Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

«Ετσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας...»


«...Εμείς πιστεύουμε στην πιο σωστή θεωρία που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας, είναι να γίνει αυτή η θεωρία πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο. Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό, αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι, δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα...»
(Νίκος Μπελογιάννης, από την απολογία του στο στρατοδικείο).


Ο υπαρχιφύλαξ, διαταχθείς υπό του διευθυντού του, μετέβη αμέσως εις την πτέρυγαν όπου ευρίσκοντο τα κελιά των 8 μελλοθανάτων και εισήλθεν πρώτον εις το υπ' αριθμ. 2 απομονωτήριον, εις το οποίο εκρατούντο οι Μπελογιάννης, Λαζαρίδης και Μπάτσης. Πλησιάζει τον Μπελογιάννη.


«Νίκο σήκω»
Ατάραχος ο Μπελογιάννης σηκώνεται και λέει:
«Πάμε για καθαρό αέρα;»
«Ναι, του απαντά, σας πάνε για εκτέλεση...)»


(Από το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Γιώργου Κορωναίου, όπως δημοσιεύτηκε την επομένη της εκτέλεσης στην «Προοδευτική Αλλαγή»)


Τα χαράματα της Κυριακής 30 του Μάρτη του 1952, ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, Δημήτρης Μπάτσης, Νίκος Καλούμενος και Ηλίας Αργυριάδης, πέφτουν νεκροί από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Το παράγγελμα γι' αυτή την πολιτική δολοφονία δόθηκε από το μετεμφυλιακό καθεστώς της άρχουσας τάξης της Ελλάδας μαζί με τους Αμερικανούς συμμάχους της. Η κυβέρνηση Πλαστήρα, το παλάτι, το στρατιωτικό και παραστρατιωτικό κατεστημένο είχαν εκτελέσει τον Μπελογιάννη.


Η δολοφονία
Ξημέρωμα Κυριακής, 30 Μάρτη του 1952. Το αίμα του Νίκου Μπελογιάννη έγραψε έναν λαϊκό ήρωα, στο πάνθεον της ιστορίας του ελληνικού και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Με τα δολοφονικά πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος στο Γουδί, του οπλισμένου από το ταξικό μίσος του μετεμφυλιοπολεμικού αστικού καθεστώτος στην Ελλάδα, πέρασε από το θάνατο στην αθανασία. Η παγκόσμια προοδευτική ανθρωπότητα δε στάθηκε ικανή να αποτρέψει το έγκλημα. Απόδειξη πως ήθελαν αίμα ακόμη και μετά τον Εμφύλιο. Ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του Δημήτρης Μπάτσης, Νίκος Καλούμενος και Ηλίας Αργυριάδης στάθηκαν όρθιοι στο Γουδί μπροστά στο απόσπασμα. Δεν ήθελαν να τους δέσουν τα μάτια, για να φύγουν παίρνοντας μαζί τους το τελευταίο γι' αυτούς γλυκοχάραμα τ' αυγερινού και την ανατολή του ήλιου της Ελλάδας και του κόσμου. Την ανατολή του μέλλοντος της εργατικής τάξης, για την οποία έδωσαν τη ζωή τους. Ο Νίκος Μπελογιάννης έκανε το καθήκον του ως το τέλος και πέρασε στην ιστορία της γενιάς του, της γενιάς μας και των μελλούμενων γενεών.
Το έγκλημα ήταν προμελετημένο. Έμεινε στην ιστορία της αστικής τάξης της Ελλάδας αιώνιο μελανό στίγμα της αντιδραστικής της πορείας, αφού προχώρησε σ' αυτήν την πολιτική δολοφονία για έναν και μόνο λόγο. Για να επιβάλει την αδίστακτη κυριαρχία της και το καθεστώς της άκρατης εκμετάλλευσης των μονοπωλίων στη χώρα μας. Και η εκπλήρωση αυτού του σκοπού απαιτούσε το χτύπημα της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, με την επιδίωξη του αφανισμού της οργανωμένης πολιτικής πρωτοπορίας, του ΚΚΕ. Η δολοφονία του Νίκου Μπελογιάννη είχε αυτό το συμβολισμό, αυτό το σκοπό, αποδεικνύοντας και το εξής: Ότι η αστική τάξη, διεξάγοντας ταξική πάλη για τα συμφέροντά της, δε λογαριάζει ούτε αυτήν την αγοραία ξετσίπωτη «τιμή» της δημοκρατίας της, αφού το δικό της κράτος, αν χρειαστεί, αν η ίδια δεν μπορεί «να τα βγάλει πέρα με άλλα μέσα», γίνεται στυγερός δολοφόνος του πολιτικού της αντίπαλου, επιβεβαιώνοντας ότι ο δρόμος της αντίδρασης δε στρώνεται δίχως αίμα.
Αυτή την πάλη την έκανε η αστική τάξη στην Ελλάδα με τους συμμάχους της Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, τη συμβολή των οποίων ζήτησε και την είχε αμέριστη, πριν ακόμη ξεκινήσει και τυπικά ο εμφύλιος πόλεμος, τον οποίο και επέβαλε, προκειμένου να θεμελιώσει το δικό της καθεστώς, ως δικτατορία του κεφαλαίου πάνω στο λαό. Άλλωστε, η αστική τάξη της Ελλάδας «είδε το χάρο με τα μάτια της», αφού κινδύνευε να χάσει την ταξική μάχη στον Εμφύλιο, χωρίς τους Αμερικάνους συμμάχους της. Και αυτό το «σύνδρομο» τής έγινε «δεύτερη συνείδηση», που επιδρούσε αποφασιστικά στην άσκηση της εξουσίας και την επιβολή της κυριαρχίας της. Οι απελευθερωτικές ιδέες της εργατικής τάξης και του λαού, βαθιά ριζωμένες από τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική κατοχή, ήταν ζυμωμένες με τις ιδέες της κοινωνικής απελευθέρωσης, αφού στον αγώνα αυτό δεν ηγήθηκε η αστική τάξη, αλλά η εργατική τάξη, με πρωτοπορία της το ΚΚΕ. Αυτό ήταν που έπρεπε «να βγει από τη μέση», αφού η ήττα στον Εμφύλιο δε στάθηκε αρκετή και ικανή να το ξεριζώσει από το λαό, παρά την πολιτική προσφυγιά του βασικού όγκου των δυνάμεών του, παρά τις φυλακές και τις εξορίες.
Ο Νίκος Μπελογιάννης, αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, μπήκε παράνομα στην Ελλάδα δέκα περίπου μήνες μετά τη λήξη του Εμφυλίου, στις αρχές Ιούνη του 1950, με αποστολή την ανασυγκρότηση των παράνομων κομματικών οργανώσεων και την ανάπτυξη της παράνομης δουλειάς του Κόμματος, ώστε να αποκτήσει το εργατικό και το λαϊκό κίνημα, στις τότε φοβερά αντίξοες και δυσμενείς συνθήκες μετά την ήττα, τη δύναμη της οργάνωσης της αντίστασης και πάλης ενάντια στο καθεστώς της αντίδρασης. Μα, αυτή η προοπτική θα όρθωνε μεγάλα εμπόδια στην απρόσκοπτη δράση της πλουτοκρατίας. Ο λαός μας ήξερε να παλεύει και στις πιο αντίξοες συνθήκες.


Το ...κατηγορητήριο
Η σύλληψη του Ν. Μπελογιάννη έγινε στις 20 Δεκέμβρη του 1950, αλλά η Ασφάλεια την έδωσε στη δημοσιότητα στις 5 Γενάρη 1951. Η πρώτη δίκη, στην οποία δικαζόταν μαζί με άλλους κομμουνιστές, άρχισε, στο έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών, στις 19 Οκτώβρη 1951 και ολοκληρώθηκε στις 16 Νοέμβρη 1951, με την κατηγορία ότι παραβίασαν τον ΑΝ 509, το νόμο, δηλαδή, με τον οποίο βγήκε, και τυπικά, παράνομο το ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1947. Η δίκη, λοιπόν, ήταν πολιτική και οι κατηγορούμενοι δικάζονταν για τις ιδέες τους. Σ' αυτήν, ο Ν. Μπελογιάννης και 11 ακόμη σύντροφοί του καταδικάστηκαν σε θάνατο. Αλλά δεν έφτανε στο καθεστώς η «κατηγορία» για να εκτελέσουν την απόφαση. Ήθελαν «κατηγορίες», που να στοιχειοθετούν το άλλοθί τους, ότι οι κομμουνιστές παλεύουν για «ξένα», «αντεθνικά» συμφέροντα. Αυτό τους διευκόλυνε, όχι τόσο και μόνο για να δολοφονήσουν τον Κομμουνιστή ηγέτη, αλλά για να «φυτέψουν» στη συνείδηση του λαού την πεποίθηση ότι η κομμουνιστική ιδεολογία και πολιτική δράση επιδιώκει την υπονόμευση των συμφερόντων της Ελλάδας, άρα και του λαού της. Πίστευαν πως μ' αυτήν την προπαγάνδα θα ξεριζώσουν το ΚΚΕ από το νου και την καρδιά του λαού. Έτσι, χρησιμοποίησαν την «υπόθεση των ασυρμάτων», για να «στήσουν τη δεύτερη δίκη του Ν. Μπελογιάννη και των συντρόφων του, αυτή τη φορά στο τακτικό στρατοδικείο, με την κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της κατασκοπίας σε βάρος της Ελλάδας. Η δεύτερη δίκη άρχισε στις 15 Φλεβάρη και τελείωσε την 1η Μάρτη του 1952. Ο Μπελογιάννης και άλλοι εφτά σύντροφοί του καταδικάστηκαν σε θάνατο. Η ποινή εκτελέστηκε (στήθηκαν στο απόσπασμα οι Μπελογιάννης, Μπάτσης, Αργυριάδης, Καλούμενος), η δολοφονία διαπράχτηκε, παρά το ότι προσέφυγαν στο Συμβούλιο Χαρίτων, η κυβέρνηση Πλαστήρα και το Παλάτι δεν την έδωσαν, και παρά τη διεθνή κατακραυγή για το έγκλημα από τα εκατομμύρια των επωνύμων και ανωνύμων που αγωνίστηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό να τη ματαιώσουν.


Ο Νίκος Μπελογιάννης συνδύαζε στη δουλειά του τη θεωρητική μελέτη με την πρακτική δράση. Το έργο του «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», αν και όχι στην τελική του μορφή, αφού δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει (εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1998 από τη «Σύγχρονη Εποχή»), αλλά και άλλες μελέτες του αποδεικνύουν ότι η ολοένα και μεγαλύτερη συνεισφορά στο Κόμμα και το κίνημα απαιτεί τη στοχοπροσήλωση στη σύνθετη, δύσκολη, μα και πιο αποδοτική δουλειά του συνδυασμού θεωρίας και πράξης. Έτσι και η πίστη στο νομοτελειακό πέρασμα της κοινωνίας στον κομμουνισμό θα θεμελιώνεται στην επιστημονική κοσμοθεωρία του μαρξισμού - λενινισμού. Και θα φτάνει τη συνείδησή μας ως το ύψιστο σημείο του παραδείγματος του Μπελογιάννη. «Για το σκοπό αυτό, αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας». Σήμερα η ταξική πάλη μπορεί να μην απαιτεί θυσίες σαν του Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Απαιτεί, όμως, θυσίες από τις «ατομικές υποχρεώσεις» του τρόπου ζωής μιας άχαρης καθημερινότητας, που επιβάλλει ως πραγματικότητα ατομικά πρότυπα και αξίες του καπιταλισμού, έτσι που να ορθώνονται εμπόδια στην οργανωμένη δράση. Και πρέπει να θυσιάζουμε αυτήν την καθημερινότητα, που προσφέρει άπιαστες ευκαιρίες μιας δήθεν καλύτερης ζωής, που πιέζουν ασφυκτικά μέσα στον περιορισμένο ορίζοντα των οραμάτων της αστικής τάξης, γεμίζοντας το νου και τη συνείδηση με την εμπορευματική αξία των πάντων. Που δεν αφήνουν τίποτα στο πέρασμα του ανθρώπου, έτσι που η δράση του να γράφει ιστορία για τη γενιά του και για τις μελλούμενες γενιές. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι, αν και ταξικά κυριαρχούμενοι, να αντιπαλεύουμε το σύστημα ως την ανατροπή του.


Η δίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη συνέβησαν την περίοδο της πρωθυπουργίας του Νικόλαου Πλαστήρα (Ένωση Κέντρου). Ο ίδιος ο Πλαστήρας φέρεται να ήταν αντίθετος στις εκτελέσεις, όμως ήταν μόνος (οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί του Κέντρου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που στήριζε την κυβέρνηση Πλαστήρα, και ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν υπέρ των εκτελέσεων). Επίσημα όμως διέψευσε ότι δεν ήταν κύριος της κατάστασης και ότι οι εκτελέσεις έγιναν χωρίς την έγκρισή του. Η εκτέλεση Μπελογιάννη κατέφερε πλήγμα στην αξιοπιστία της κεντρώας κυβέρνησης, η οποία σε ένα από τα βασικά της συνθήματα, την ειρήνευση, φάνηκε ανακόλουθη.




Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
«Σήμερα το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.
Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.


ΟΧΙ ΔΕ ΣΟΥ ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος
τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη άκρη στο φουστάνι της άνοιξης
τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.
Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα
οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις
ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου
η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη
που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.


Έφυγες τώρα Νίκο
ανάβοντας μ' ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,
ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών,
ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου,
πάνω απ' τις πεδιάδες τις σπαρμένες κόκαλα.
Έπεσες, Νίκο, με τα αυτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,
ν' ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον,
ν' ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες
πάνω απ' το γέλιο των παιδιών και των κήπων.


Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.
Μ' ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ' ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει.»


Γιάννης Ρίτσος




--------------------------------------------------------------------------------


Μπελογιάννηδες


«Χαραυγή καταπάνω του θανάτου
βάδιζεν η καρδιά σου παλικάρι
λες κι ήταν άλλος
άγουρος που ορθρίζει ν' ανταμώσει
κρυφά την πρώτη αγάπη.»


Κώστας Βάρναλης




--------------------------------------------------------------------------------


Τραγούδι για το γεράκι


«Ω θαρραλέο γεράκι!/ Στη μάχη με τον εχθρό/ πλημμύρισες με αίμα.
Αλλά θα 'ρθει η ώρα/ και οι σταγόνες του ζεστού αίματός σου/
σαν σπίθες θ' ανάψουν/ στο σκοτάδι της ζωής.
Και πολλές θαρραλέες καρδιές/ θ' ανάψουν, με απερίσκεπτη
δίψα λευτεριάς, φώτα./ Ας πέθανες εσύ,
Αλλά. πιο τραγούδι των θαρραλέων/ πνευματικά δυνατών πάντοτε
Συ θα 'σαι ζωντανό/ παράδειγμα στην περήφανη
πρόσκληση της Λευτεριάς/ και του Φωτός.
Στους απερίσκεπτους θαρραλέου/ τραγουδάμε το τραγούδι!..».


Μαξίμ Γκόργκι


τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει το θάνατο, το φόβο και το μίσος. Ένα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη».

Πάμπλο Πικάσο*

*(Η μορφή του Νίκου Μπελογιάννη, σχεδιασμένη από τον Πικάσο, διαδόθηκε παγκόσμια και έγινε σύμβολο του αγώνα για την ειρήνη στα ψυχροπολεμικά χρόνια. Το σκίτσο σχετίζεται με έναν διάσημο πίνακα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» του Βαν Άικ (1390- 1441), του Φλαμανδού ζωγράφου που θαύμαζε και μελετούσε ο Πικάσο.)




ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: NIKOΣ ΒΙΔΑΛΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, ΖΩΗ ΠΟΛΙΤΗ

Κείμενα από την απομόνωσηΜια έρευνα του Νίκου Μπελογιάννη πάνω στις ρίζες του νεότερου Ελληνισμού
Της Έλλης Παππά
Ο Νίκος Μπελογιάννης εμφανίζεται στα γράμματα πριν καν τελειώσει το Γυμνάσιο, στα δεκαεπτά του χρόνια. Από την πατρίδα του την Αμαλιάδα έστελνε σε περιοδικά των Αθηνών ποιήματα και πεζά, τα οποία κρίνονταν άξια να δημοσιευτούν. Όπως το «Το λένε αγάπη» περιοδικό (Εξπρές-Μάιος 1932), «Απόσπασμα από ένα ημερολόγιο» (Εβδομάς-Ιούλιος 1933), «Επαρχιώτης δικηγόρος», Εβδομάς-Οκτώβριος 1933) κ.α.

Τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες πριν από την εκτέλεσή του, στην απομόνωση του κελιού του, ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο «Οι πρώτες μακρινές ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Τα χειρόγραφά του κατάφερε να τα παραδώσει στη μητέρα του Βασιλική.
Το μοναδικό κεφάλαιο του βιβλίου που πρόλαβε να συγγράψει ο Νίκος, καθώς και οι σημειώσεις του και οι αποδελτιώσεις στις οποίες θα στηριζόταν η συγγραφή του υπόλοιπου, εκδόθηκαν το 1982 από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» με τίτλο «Κείμενα από την απομόνωση». Την επιμέλεια του βιβλίου την έκανε η σύντροφος του Μπελογιάννη, η Έλλη Παππά, που ήταν συνεργάτισσά του, στη συγγραφή του έργου.

Στον πρόλογό της διαβάζουμε την καταπληκτική ιστορία αυτού του βιβλίου:
...Η μελέτη αυτή έχει μια μεγάλη και πολύ χαρακτηριστική ιστορία. Γιατί ξεκίνησε μέσα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στους ατέλειωτους μήνες της απομόνωσης, από την σύλληψή μας ως την πρώτη δίκη. Το γράψιμό της ολοκληρώθηκε στη φυλακή της Κέρκυρας, όπου είχε μεταφερθεί ο Νίκος, όταν τελείωσε η πρώτη δίκη, ως την μεταφορά του και πάλι στα απομονωτήρια της Ασφάλειας, το Γενάρη του '52, για την δεύτερη δίκη.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά. Στην απομόνωση της Ασφάλειας είχαμε αναπτύξει ένα πυκνό «σύστημα επικοινωνίας» με διάφορα μέσα : από το ...βήχα, που έδινε συνεχώς το «στίγμα» μας, που έλεγε ότι βρισκόμαστε στο κελλί και είμαστε καλά - ή όταν έπαυε ν' ακούγεται, ότι κάπου έχουν πάρει τον ένα, κι η επιστροφή του στο κελλί, και ο καθησυχαστικός τόνος του βήχα έφερνε την είδηση πως τίποτα κακό δεν έγινε- ως την αλληλογραφία με σημειώματα, που ανταλλάσσαμε πολλές φορές την μέρα, με σύστημα που ο Νίκος είχε επινοήσει. Αυτή η αλληλογραφία ήταν αρκετά οδυνηρή, ιδιαίτερα για τον Νίκο, που δεν κάπνιζε. Γιατί, για πολλούς μήνες δεν είχαμε μολύβι, δεν θέλαμε να ζητήσουμε από κανένα φρουρό, για να μην κινήσουμε υποψία για την αλληλογραφία μας, κι έτσι γράφαμε με την καύτρα των σπίρτων που τα καίγαμε με αναμμένο τσιγάρο. Για να γραφτεί ένα σημείωμα χρειαζόταν να καούν αρκετά τσιγάρα, έτσι, που το κατάκλειστο κελλί φλόμωνε από τον καπνό. Ο Νίκος άρχισε αιφνίδια να προμηθεύεται τσιγάρα (στην αρχή είχε ένα μικρό μολυβάκι, που το είχε βρει στα σκουπίδια) κι αυτό έδωσε μεγάλη χαρά στους ασφαλίτες. Που έδωσαν, μάλιστα, και σχετικό σχόλιο σε κάποια εφημερίδα, πως τα νεύρα του Μπελογιάννη... σπάσανε, αφού άρχισε να καπνίζει!
Όσο περνούσε ο καιρός, τα γράμματα που ανταλλάσσαμε μεγάλωναν, δεν ήταν πια ένας στοιχειώδης τρόπος επικοινωνίας, αλλά μια πραγματική ανταλλαγή πολλών σκέψεων. (Για να εξασφαλίσουμε το απαραίτητο χαρτί, ψάχναμε μανιωδώς στο βαρέλι των απορριμμάτων, μαζεύαμε βρώμικα χαρτιά, τα πλέναμε και τα στεγνώναμε, και με τον ίδιο τρόπο μαζεύαμε κομμάτια εφημερίδων, κι έτσι κάτι μαθαίναμε από τον έξω κόσμο). Μέσα απ' αυτή την αλληλογραφία βγήκε κάποια στιγμή η ιδέα πως λείπει μια ιστορία της ελληνικής σκέψης, στην διαδρομή της από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Ο Νίκος, πρότεινε να τη γράψουμε εμείς, και μάλιστα ν' αρχίσουμε τη δουλειά αμέσως, μέσα στην απομόνωση. Ένας από τους φρουρούς είχε αποκτήσει κάποια οικειότητα μαζί μας, εκτιμούσε τη στάση μας, όπως έλεγε. Ο Νίκος του άνοιξε κουβέντα για βιβλία, εκείνος είπε πως αγαπούσε το διάβασμα και τα καλά βιβλία, ο Νίκος του πρότεινε να μας αγοράζει βιβλία και αφού τα διαβάζουμε, να του τα χαρίζουμε. Δέχτηκε. Άρχισε να φέρνει βιβλία, πρέπει να έκανε μ' αυτό τον τρόπο μια καλή βιβλιοθήκη. Τα διαβάζαμε, ανταλλάσσαμε κρίσεις και σκέψεις - ιδιαίτερα είχαμε ασχοληθεί με το Βυζάντιο, από την αρχή.
Όταν με πήραν εμένα από την ασφάλεια, τέλος Ιούνη του '51, ο Νίκος συνέχισε τη μελέτη. Καθώς είχε μείνει σχεδόν μόνος του (αν θυμάμαι καλά, μόνο τη Βάσω Λεβεντάκη είχαν κρατήσει από τις γυναίκες στην Ασφάλεια ως τη δίκη), είχε κάποια μεγαλύτερη άνεση να προμηθεύεται βιβλία. Μου έστειλε κι εμένα μια παρτίδα στη φυλακή, με πολλές σημειώσεις στα περιθώρια. Έτσι, άρχισε να παίρνει μορφή η μελέτη του για τις ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στη φυλακή της Κέρκυρας, στο ελάχιστο διάστημα που έμεινε εκεί, μπόρεσε να τη γράψει, σαν ένα κεφάλαιο της μεγάλης μελέτης πάνω στη ιστορία της ελληνικής σκέψης, που θα γράφαμε μαζί, αν ζούσαμε βέβαια. Αυτό το «αν ζούσαμε», ήταν η μόνιμη επωδός σε κάθε σχέδιο, μα αυτό δεν εμπόδιζε να κάνουμε σχέδια και να τα βάζουμε σε εφαρμογή, κι αυτό είναι, νομίζω, που έχει σημασία. Ότι ο Νίκος Μπελογιάννης μπόρεσε, μέσα στην απομόνωση της Ασφάλειας, να ξεκινήσει ένα τόσο μεγάλο σχέδιο και να προλάβει να ολοκληρώσει έστω και ένα του κεφάλαιο.
Έτσι, μπορούμε σήμερα να δώσουμε μια πλήρη έκδοση της δουλειάς του Νίκου Μπελογιάννη. Η σημασία της δεν είναι «φιλολογική», είναι ανθρώπινη, και πολιτική και -ίσως- ιστορική. Η ανθρώπινη και η πολιτική της σημασία, είναι και η μέγιστη. Είναι ένα μοναδικό ντοκουμέντο για το πώς ο Νίκος Μπελογιάννης «τοποθετούσε» τον εαυτό του μέσα στη ζωή και στο κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή η δίψα για μελέτη και έρευνα, ακόμα και μέσα στις χειρότερες συνθήκες, ακόμα και μέσα στις ώρες της υπέρτατης αγωνιστικής δοκιμασίας, όταν τα περιθώρια για σωτηρία και επιβίωση μηδενίζονταν, νομίζω πως είναι το πιο καλό «παράδειγμα» (αν μπορούμε να μεταχειριστούμε τη λέξη), για τις νεότερες γενιές των κομμουνιστών -ίσως όχι μόνο των κομμουνιστών.
Δεν ξέρω αν θα ξενίσει πολλούς αυτό που θα πω, μα έχω σκεφτεί πολλές φορές, πως αυτή η δουλειά του Νίκου Μπελογιάννη δίνει μια απάντηση σ' αυτό που λέγεται σήμερα «ανθρώπινη μοναξιά». Αν μπορούμε να μιλήσουμε για μοναξιά, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για την αποθέωσή της: την Απομόνωση.
«Πρόσεχε. Η απομόνωση είναι το χειρότερο βασανιστήριο», μου έγραφε ο Νίκος σ' ένα από τα πρώτα του γράμματα, μόλις μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε. Όταν σκέφτομαι εκείνα τα τσιμεντένια κλουβιά, του Νίκου φωτισμένο νύχτα μέρα μ' ένα απαίσιο εκτυφλωτικό λαμπιόνι, το δικό μου κατασκότεινο, με μοναδική πηγή φωτός ένα μακρινό λαμπιόνι στο διάδρομο, που έστελνε λίγο μακρινό φως στο ταβάνι, μέσα από το άνοιγμα με τα σιδερένια κάγκελα που ήτανε πάνω από την πόρτα, και να σ' έχουνε εκεί, μήνες και μήνες, τότε λέω και ξαναλέω πως η «ανθρώπινη μοναξιά», μπορεί ν' αρχίσει εκεί που τελειώνουνε τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας, εκεί όπου στομώνει η ικανότητα του ανθρώπου να αλλάζει τους όρους ζωής του, εκεί όπου εξαντλείται η μαχητικότητα και αρχίζει η παραδοχή της ήττας».
Έτσι η ιστορία του Μπελογιάννη ξεπερνάει τον θρύλο ενός ηρωικού και πρόωρου θανάτου και γίνεται μια εκδήλωση βαθύτατης εμπιστοσύνης στη ζωή και στις δυνατότητές της, από ένα νέο άνθρωπο, που έβλεπε ότι η δική του ζωή τελειώνει...
Κάτω από αυτή την προοπτική, ο Μπελογιάννης ξεπερνάει τα όρια της χώρας του, του κόμματός του, του αιώνα του.
Αυτοί οι παράγοντες βέβαια τον γέννησαν και τον διαμόρφωσαν, αλλά ο Νίκος σαν πανανθρώπινο σύμβολο, δεν ανήκει πια μόνο σ' αυτούς. Δίνει έτσι απάντηση σε ένα πλήθος από προβλήματα, κοινωνικά αλλά ακόμη και ατομικά που έχουν τις ρίζες τους στην απογοήτευση και στην απελπισία που συχνά καταλαμβάνουν άτομα και κοινωνικές ομάδες.
Σε όσους η περιπέτεια της ζωής, φαίνεται σαν μια χωρίς νόημα τραγωδία. Σε ένα μέρος της σημερινής νέας γενιάς, που επειδή η ιστορία δεν της ζήτησε αγώνες και θυσίες, εκτονώνει το αγωνιστικό και ηρωικό ένστικτό της επιδιώκοντας τον κίνδυνο, ίσως και ένα «ηρωικό» θάνατο, με τη μοτοσυκλέτα...
Ενώ για τον Μπελογιάννη, η ζωή είναι πολύτιμη μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτό της...

Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα
Δεν είναι ευρύτερα γνωστή η επιστημονική ενασχόληση του Νίκου Μπελογιάννη με τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, της οικονομίας και της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Το κενό ήρθε να καλύψει η έκδοση της μελέτης του, το 1998, από τη «Σύγχρονη Εποχή»: «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» που είναι αφιερωμένη στα 80χρονα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας.
Η έκδοση του βιβλίου του Νίκου Μπελογιάννη δεν αποτελεί απλώς φόρο τιμής στο συγγραφέα αλλά και εκπλήρωση ενός χρέους προς αυτή την ηγετική κομμουνιστική μορφή που αναδείχθηκε από τα σπλάχνα του ΚΚΕ.
Μετά από μισό αιώνα εκπληρώθηκε η επιθυμία του ίδιου του Νίκου Μπελογιάννη. Από το κελί του μελλοθανάτου στις 12/3/1952, γράφει: «Η ανάπαυλα του 1945 μου έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσω διάφορες μελέτες μου και να τελειώσω και δύο βιβλία μου: «Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας» και «Η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», που όμως είναι και τα δύο ανέκδοτα, γιατί οι νέοι διωγμοί εμπόδισαν την έκδοσή τους».
Οι διώξεις, η συμμετοχή του στην Αντίσταση, στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, οι φυλακίσεις και τελικά η εκτέλεσή του, δεν του έδωσαν τη δυνατότητα να αναδείξει όλες τις διανοητικές επιστημονικές ικανότητες που διέθετε.
Ο Νίκος Μπελογιάννης αγωνίστηκε και υπερασπίστηκε τη μαρξιστικο-λενινιστική θεωρία και ιδεολογία. Στην απολογία του δήλωσε: «Εμείς πιστεύουμε στην πιο σωστή θεωρία που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας. Και η προσπάθειά μας, ο αγώνας μας είναι να γίνει η θεωρία αυτή πραγματικότητα για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο».
Τον καιρό που γραφόταν το βιβλίο, η Ελλάδα μόλις είχε βγει από τον πόλεμο με μεγάλες καταστροφές και θύματα. Η Αγγλία είχε επέμβει στρατιωτικά. Το ΚΚΕ στο 7ο Συνέδριο είχε προβάλει πρόγραμμα ανόρθωσης και κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης ως πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας. Όμως για να αποτραπεί η εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση, έγινε η ιμπεριαλιστική επέμβαση της Αγγλίας και των ΗΠΑ.
Ο Νίκος Μπελογιάννης μελέτησε τα νεοελληνικά προβλήματα έχοντας αφομοιώσει βαθιά τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία. Με επιστημονική γλαφυρή γλώσσα, με αυστηρές εκτιμήσεις και τεκμηριωμένα επιχειρήματα, αποκάλυψε το ρόλο του ξένου κεφαλαίου, τη διαπλοκή του με το ντόπιο κεφάλαιο και τις αρνητικές επιπτώσεις για το λαό. «Η πολιτική ζωή της χώρας μας», σημειώνει στο βιβλίο του, «επηρεάστηκε σημαντικά από τις θελήσεις και, τα συμφέροντα αυτά ήταν πάντοτε αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας και του λαού της».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Ν. Μπελογιάννης στο ρόλο και τις επιπτώσεις του εξωτερικού δανεισμού, ως μορφή απομύζησης παραγομένου από τον εργαζόμενο ελληνικό λαό πλούτου, από το ξένο κεφάλαιο. Την ανάλυσή του την αναπτύσσει ιστορικά ξεκινώντας από τα πρώτα λεγόμενα δάνεια ανεξαρτησίας, φτάνοντας μέχρι το δανεισμό του 1940. Περιγράφει τους σκοπούς των δανειστών, τους ληστρικούς όρους με σκοπό την αποκόμιση κερδών και δίπλα σε αυτά την οικονομική και πολιτική εξάρτηση. Υπογραμμίζει ότι τα λεγόμενα δάνεια ανεξαρτησίας, τάφαγαν σχεδόν στο σύνολό τους οι ξένοι τοκογλύφοι και οι ντόπιοι αστικο-κοτζαμπάσηδες. Από το λεγόμενο δάνειο του Όθωνα του 1833 για την Ελλάδα δε διατέθηκε ούτε ένα μονόλεπτο. Στο βιβλίο υπάρχει αναφορά και στον εσωτερικό δανεισμό και στο ρόλο της Εθνοτράπεζας.
Στο μεταίχμιο του 19ου και 20ού αιώνα, ο καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού περνά στο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, στον ιμπεριαλισμό. Η εξαγωγή κεφαλαίων παίζει πια τον πρώτο ρόλο σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Στην Ελλάδα η διείσδυση του ξένου κεφαλαίου συνεχίστηκε και με τη μορφή των δανείων, ένα από τα οποία ονομάστηκε δάνειο «σιδηροδρόμων».
Ακολούθησε το λεγόμενο δάνειο «μονοπωλίων» όπου οι ξένοι δανειστές επέβαλαν όρους ώστε να έχουν τις εισπράξεις των «μονοπωλίων» και το φόρο του καπνού.
Η εξυπηρέτηση των ξένων δανείων δημιούργησε αφόρητη οικονομική κατάσταση και έτσι φτάσαμε στις 9 Δεκέμβρη του 1893 όπου η χώρα βρέθηκε σε αδυναμία να πληρώνει τους δανειστές και ο Τρικούπης δήλωσε στη Βουλή: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει ότι μετά την τραγωδία του 1897 και τη Συνθήκη που υπογράφτηκε «...τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας περιορίστηκαν, γιατί η Συνθήκη τούτη μας χάρισε τον έλεγχο των ξένων στα οικονομικά μας, τον περίφημο ΔΟΕ*. Βάλανε τους Τούρκους να ζητάνε 100.000.000 φράγκα αποζημίωση γιατί διαφορετικά δε θα έφευγαν από τη Θεσσαλία. Και επειδή η Ελλάδα δεν είχε οικονομικά να πληρώσει τα 100 εκατομμύρια φράγκα στην Τουρκία, οι μεγάλες δυνάμεις της πρόσφεραν δάνειο υπό τον όρο ότι η ελληνική κυβέρνηση θα δεχθεί τον ΔΟΕ, και τον δέχθηκε!». Ο ιμπεριαλιστικός αυτός θεσμός είχε χρησιμοποιηθεί και σε άλλες εξαρτημένες χώρες και οικονομικά καθυστερημένες πχ. στην Τυνησία, Αίγυπτο, Σερβία, Βουλγαρία και Τουρκία (σελ. 148).
Το 1922 επέρχεται η Μικρασιατική καταστροφή, ως η μοιραία συνέπεια της συμμετοχής της άρχουσας τάξης της χώρας μας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ο Νίκος Μπελογιάννης γράφει: «Η Μεγάλη Ιδέα θάφτηκε στις απέραντες ερημιές και στα φαράγγια της Μικράς Ασίας, εκεί όπου έμειναν άθαφτα και άκλαφτα εκατοντάδες χιλιάδες κορμιά δυστυχισμένων παιδιών του λαού, που πολέμησαν τόσα χρόνια και πότισαν με το αίμα τους τα αμέτρητα εκατομμύρια που κέρδισαν από τον πόλεμο οι Έλληνες αστοτσιφλικάδες» (σελ. 184). Ακολούθησαν τα επόμενα εξωτερικά δάνεια, όπως τα προσφυγικά, που συνάπτονταν μετά από έγκριση του ΔΟΕ έναντι εγγυήσεων είσπραξης εσόδων. Ο συγγραφέας εκτεταμένα περιγράφει τους οικονομικούς μηχανισμούς, τον έλεγχο, τις μηχανορραφίες των ξένων δανειστών με σκοπό να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη από τα δάνεια που χορήγησαν στα χρόνια 1924-1940.
Η πολιτική της άρχουσας τάξης οδήγησε στην τέταρτη μεγάλη οικονομική χρεοκοπία το 1932. Η μεγάλη οικονομική κρίση 1929-1933 έπληξε βαθιά την ελληνική οικονομία και ιδιαίτερα τους εργαζόμενους. Επακολούθησε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου το 1936 και ο Μεταξάς ξεκίνησε στο εξωτερικό για νέα εξωτερικά δάνεια.
Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει: «Ήρθε ο πόλεμος του 1939 και οι ομολογιούχοι εξακολουθούσαν να εισπράττουν το 40%. Με τελική συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση του Μεταξά το Γενάρη του 1940, οι ομολογιούχοι θα έπαιρναν από εδώ και πέρα 43%. Το καταπληκτικότερο όμως είναι ότι αυτό το 43% εξακολουθούσαν οι ομολογιούχοι να το παίρνουν ακόμα και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου» (σελ. 255-256).
Στο βιβλίο ο αναγνώστης θα βρει εκτίμηση για τα ποσά που δανειστήκαμε, τί πληρώσαμε για τοκοχρεολύσια και πόσα άλλα χρωστούσαμε ακόμη. Συνολικά η αστική πολιτική έφερε τα οικονομικά του κράτους μέσα σε 110 χρόνια σε 4 μεγάλες πτωχεύσεις. Η πρώτη το 1827, η δεύτερη το 1843, η τρίτη το 1893 και η τέταρτη το 1932. Οι πτωχεύσεις δικαιολογούνταν πάντα με το επιχείρημα της «ψωροκώσταινας».
Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει ειρωνικά μεταξύ άλλων για το μύθο της φτωχής Ελλάδας: «Από δεκάδες τώρα χρόνια αυτοί που κυβέρνησαν την Ελλάδα, προσπάθησαν να κάνουν όλο τον κόσμο να πιστέψει στο μύθο πως η χώρα μας είναι φτωχιά και άγονη, έχει τάχα πολλά βουνά και λίγους κάμπους» (σελ. 297).
Ο Νίκος Μπελογιάννης αναφέρεται και στο διεθνές και βαλκανικό πλαίσιο. Γράφει, ότι «οι μεγάλες αντιθέσεις και ανταγωνισμοί που γεννήθηκαν ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, συγκεντρώθηκαν και εκδηλώθηκαν και στα Βαλκάνια με σκοπό την οικονομική και πολιτική κυριαρχία πάνω στην τόσο πλούσια και στρατηγικά τόσο σπουδαία χερσόνησο» (σελ. 361).
Ο χώρος αυτός των Βαλκανίων που αποκαλείται «μπαρουταποθήκη» γίνεται και σήμερα πεδίο σκληρών ανταγωνισμών των ΗΠΑ, Γερμανίας, Γαλλίας και υποδεέστερων χωρών όπως η Ελλάδα, για σφαίρες επιρροής και αγορές, τους οποίους πληρώνουν οι λαοί με το αίμα τους.
Από τον καιρό που γράφτηκε το βιβλίο άλλαξαν πολλά πράγματα στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η χρηματιστική ολιγαρχία διατηρεί στενούς δεσμούς και με τα τρία ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η άρχουσα τάξη της χώρας μας μέσα στα πλαίσια της Ε.Ε. μετέχει ενεργά κυρίως στη διείσδυση στα Βαλκάνια, συμμετέχει στις πολεμικές επιδρομές του ΝΑΤΟ. Το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο ελέγχει βασικούς τομείς της οικονομίας της χώρας μας. Το ελληνικό κεφάλαιο διαπλέκεται όλο και περισσότερο με τα συμφέροντα του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. Η αδηφαγία του κεφαλαίου, ξένου και ντόπιου, δεν άλλαξε. Δεν άλλαξε και η ληστρική ουσία του ιμπεριαλισμού.
Ο Νίκος Μπελογιάννης μας άφησε μια πολύτιμη κομμουνιστική παρακαταθήκη. Να μελετάμε βαθιά και να αφομοιώνουμε τη μαρξιστική διαλεκτική μέθοδο και αντίληψη. Αυτό θα μας βοηθήσει να εμβαθύνουμε στην έρευνα και μελέτη των σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων της χώρας μας. Η μελέτη αυτή είναι όπλο στον αγώνα για το σοσιαλισμό για τον οποίο πάλευε και έδωσε τη ζωή του ο Νίκος Μπελογιάννης.

Bιογραφικό
ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ
1915 - 1952
Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε το 1915 στην Αμαλιάδα από αγρότες γονείς. Στα 17 του χρόνια, τελειόφοιτος Γυμνασίου, έγινε μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Σαν φοιτητής Νομικής πρωτοστάτησε στους φοιτητικούς αγώνες της εποχής. Λίγο πριν την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά έγινε μέλος του ΚΚΕ. Δούλεψε σε οργανώσεις της Πελοποννήσου οργανώνοντας την πάλη κατά της μεταξικής δικτατορίας. Για τη δράση του εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Από την Αίγινα στην Ακροναυπλία ως την εισβολή των Γερμανών και κατόπιν, παραδομένος όπως τόσοι και τόσοι αγωνιστές στους κατακτητές, «γνώρισε» τις φυλακές της Κατούνας, της Βόνιτσας και της Κέρκυρας. Το 1943, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, ο Μπελογιάννης δραπέτευσε και κατέφυγε στην Πάτρα, όπου πήρε αμέσως μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Στις σκληρές μάχες της Πελοποννήσου ο Μπελογιάννης ήταν καπετάνιος της Μεραρχίας Πελοποννήσου του ΕΛΑΣ. Μετά την υποχώρηση των Γερμανών τέθηκε επικεφαλής της διαφώτισης και μέλος του Γραφείου Περιοχής του Κόμματος στην Πελοπόννησο. Όταν οι Αγγλοαμερικάνοι και οι ντόπιοι εντολοδόχοι τους έσπρωξαν τα πράγματα στη σύγκρουση, ο Ν. Μπελογιάννης βρέθηκε στο βουνό σαν πολιτικός επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του ΔΣΕ, όπου αναδείχτηκε σε σκληροτράχηλο μαχητή και εμπνευσμένο ηγέτη. Η Μεραρχία του κατάφερνε πάντα να ανταποκρίνεται στις πιο δύσκολες αποστολές. Σε μια από αυτές ο Μπελογιάννης τραυματίστηκε σοβαρά, όμως πάντα κατάφερνε να δίνει κουράγιο στους συμμαχητές του με το παράδειγμά του.
Μετά την ήττα του ΔΣΕ, ο Μπελογιάννης επέστρεψε στην Ελλάδα σαν μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, καθοδηγώντας το λαό στην πάλη του ενάντια στην αμερικανοκρατία και το μοναρχοφασισμό. Στα τέλη του 1950 πιάστηκε από τα όργανα της Ασφάλειας, που ξεσήκωσαν θύελλα ανικομμουνισμού. Η αντίδραση οργάνωσε μια -πολύκροτη- δίκη που γρήγορα συγκέντρωσε την προσοχή των προοδευτικών σε όλο τον κόσμο. Η υπόθεση της υπεράσπισης του Μπελογιάννη έγινε υπόθεση των αγωνιζόμενων λαών. Στην πρώτη δίκη, γνωστή σαν «δίκη των 92», ο Μπελογιάννης ανέτρεψε το κατηγορητήριο, αλλά με άνωθεν εντολές καταδικάστηκε σε θάνατο με το νόμο 509. Στη δεύτερη δίκη, τον Φλεβάρη του 1952 ο Μπελογιάννης κατηγορήθηκε για «κατασκοπία». Από κατηγορούμενος έγινε κριτής και υπερασπίστηκε όσο κανένας τον πατριωτισμό των Ελλήνων κομμουνιστών, ξεσκεπάζοντας το κράτος της υποτέλειας. Ωστόσο, η μοίρα του είχε αποφασιστεί: Θάνατος. Έτσι, η -ετυμηγορία- δεν άλλαξε. Παρά τη διεθνή καμπάνια συμπαράστασης να μην εκτελεστεί ο Νίκος Μπελογιάννης και οι συγκαταδικασμένοι Νίκος Καλούμενος, Ηλίας Αργυριάδης και Δημήτρης Μπάτσης. Παρά τις αιτήσεις χάριτος που απορρίφθηκαν, τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μάρτη 1952 οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος μετέφεραν τον Νίκου Μπελογιάννη από τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης στη σφαίρα της αθανασίας.
Εκεί που το χαμόγελο του «ανθρώπου με το γαρίφαλο» δε σβήνει ποτέ.
Εκεί που τα μηνύματα και οι ιδέες του μένουν πάντα ολοζώντανες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου